
O Mιχάλης Λεβεντογιάννης σου λέει “Μην βιάζεσαι να καταλάβεις”
Ο Mιχάλης Λεβεντογιάννης ανήκει σε εκείνη την κατηγορία ηθοποιών που η δημόσια εικόνα τους δεν εξαντλείται στη γοητεία – παρότι αυτή είναι αδιαμφισβήτητη. Είναι από τους άνδρες που τραβούν το βλέμμα αβίαστα, αλλά κρατούν το ενδιαφέρον αλλού: στη σιωπή τους, στον τρόπο που ακούν, στη μετρημένη ένταση με την οποία κατοικούν έναν ρόλο. Ένας ηθοποιός που δεν επενδύει στην ευκολία του «ωραίου», αλλά στη δυσκολία του ουσιαστικού.
Γεννημένος στην Αθήνα το 1986, με σπουδές αρχικά στο μάρκετινγκ και τη διοίκηση επιχειρήσεων, έκανε μια συνειδητή στροφή ζωής όταν, στα 22 του, άφησε πίσω τη διαφήμιση για να αφιερωθεί στην υποκριτική. Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Γιώργου Θεοδοσιάδη, έχει διαγράψει μια πορεία που ισορροπεί ανάμεσα στη δημοφιλία της τηλεόρασης και τη βαθύτερη αναζήτηση του θεάτρου. Σειρές όπως «Το Τατουάζ», «Αγγελική», «Παγιδευμένοι» και, πιο φέτος, το Hotel Elvira στο Mega και το “Γιατί ρε πατέρα;” στον Αντ1, τον έφεραν κοντά στο ευρύ κοινό. Όμως είναι στη σκηνή που δείχνει ξεκάθαρα τη διάθεσή του να ρισκάρει, να αποδομήσει, να εκτεθεί.
Αυτή την περίοδο πρωταγωνιστεί στο θέατρο ΠΤΙ ΠΑΛΑΙ στην παράσταση “Barcelona” της Bess Wohl, ένα ερωτικό θρίλερ που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε σκηνοθεσία Πάρι Ερωτοκρίτου. Στον ρόλο του Μανουέλ, ενός σκοτεινού, αινιγματικού άνδρα που κινείται ανάμεσα στη γοητεία και την απειλή, ο Μιχάλης Λεβεντογιάννης βρίσκει έναν χαρακτήρα κομμένο και ραμμένο στις λεπτές του αποχρώσεις.
Η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα σε ένα μόνο βράδυ στη Βαρκελώνη, όπου μια φαινομενικά τυχαία ερωτική συνάντηση με την Ιρέν (Ηλιάνα Μαυρομάτη) μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο σύγκρουσης σωμάτων, πολιτισμών και πολιτικών αντιλήψεων. Ένα έργο που ξεκινά ως παιχνίδι έλξης και καταλήγει να αναμετριέται με την εξουσία, τον φόβο και την ευθύνη.
Αν έπρεπε να συστηθείς σήμερα χωρίς να αναφέρεις τη δουλειά σου, τι θα έλεγες;
Αν έπρεπε να περιγράψω την ταυτότητά μου πέρα από την επαγγελματική μου ιδιότητα, θα έλεγα πως είμαι ένας άνθρωπος που βρίσκει μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην παρατήρηση παρά στον λόγο. Μου αρέσει να δίνω ουσιαστική βάση σε όσα λένε οι γύρω μου, ακόμη και σε στιγμές που θεωρούν πως κανείς δεν τους προσέχει. Παράλληλα, θα με χαρακτήριζα ως έναν άνθρωπο που παλεύει διαρκώς —συχνά με δυσκολία — να διατηρεί μια ειλικρινή στάση, πρωτίστως απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό.
Υπάρχει μια στιγμή στην πορεία σου που νιώθεις ότι σε μετακίνησε ουσιαστικά – όχι επαγγελματικά, αλλά εσωτερικά;
Ναι, υπάρχει μία τέτοια κομβική στιγμή, μία εσωτερική μετάβαση που συνέβη όταν συνειδητοποίησα ότι δεν είναι υποχρεωτικό να δείχνω πάντα δυνατός ή σίγουρος για όλα. Κατάλαβα ότι η σύγχυση δεν αποτελεί δείγμα αποτυχίας, αλλά είναι ένα απόλυτα φυσιολογικό και απαραίτητο στάδιο στην πορεία προς έναν στόχο. Σε εκείνο το σημείο ένιωσα κάτι να χαλαρώνει βαθιά μέσα μου, ακόμα κι αν στους τρίτους αυτή η διαδικασία μπορεί να φάνηκε ως οπισθοδρόμηση.
Πότε κατάλαβες ότι η υποκριτική δεν είναι απλώς επάγγελμα αλλά τρόπος ύπαρξης;
Η συνειδητοποίηση ήρθε όταν η υποκριτική άρχισε να διαπερνά την καθημερινότητά μου και εκτός σκηνής. Δεν αναφέρομαι σε κάποια διάθεση για “πόζα” ή στην ανάγκη για δημόσια αποδοχή, αλλά στο πώς άλλαξε ο τρόπος που αντιλαμβάνομαι τους ανθρώπους γύρω μου. Από ένα σημείο και μετά, έπαψα να τους βλέπω μονοδιάστατα· άρχισα να αναζητώ τις πολλαπλές πτυχές και τις αντιφάσεις τους, κάνοντας την υποκριτική ένα μόνιμο φίλτρο θέασης του κόσμου.
Νιώθεις ότι έχεις βρει τη φωνή σου ως ηθοποιός ή ακόμα τη διαμορφώνεις;
Θα ήταν ψέμα αν ισχυριζόμουν ότι έχω κατασταλάξει σε μια συγκεκριμένη καλλιτεχνική “φωνή”. Πρόκειται για μια διαρκή διαδικασία όπου χτίζω κάτι, το αποδομώ και το ξαναπιάνω από την αρχή. Κάθε νέος ρόλος λειτουργεί προσθετικά αλλά και αφαιρετικά, αναδιαμορφώνοντας αυτό που είμαι. Τελικά, αυτή η αέναη μετακίνηση μου φαίνεται μια πολύ πιο υγιής και δημιουργική στάση από μια στατική σιγουριά.
Τι σε γοητεύει στην Barcelona;
Η συγκεκριμένη παράσταση με γοητεύει γιατί αποφεύγει τις εύκολες διδαχές και δεν απαιτεί από τον θεατή να πάρει θέση ανάμεσα στο “σωστό” και το “λάθος”. Είναι ένα έργο που καταφέρνει να σε αφήσει συναισθηματικά εκτεθειμένο, αναγκάζοντάς σε με αυτόν τον τρόπο να παραδεχτείς μέσα σου αλήθειες που σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα προτιμούσες απλώς να προσπεράσεις.
Στο έργο βλέπουμε μία τυχαία συνάντηση. Πιστεύεις στις «τυχαίες» συναντήσεις ή όλα έχουν κάποιο τίμημα;
Προσωπικά πιστεύω πως τίποτα στη ζωή δεν είναι εντελώς τυχαίο, όπως ακριβώς τίποτα δεν είναι και προκαθορισμένο στην εντέλεια. Βλέπω τις συναντήσεις μας με τους άλλους περισσότερο ως “προσκλήσεις”. Το αν θα υπάρξει τίμημα και ποιο θα είναι αυτό, εξαρτάται αποκλειστικά από την επιλογή του καθενός μας να αντιμετωπίσει αυτές τις συναντήσεις με τη δέουσα σοβαρότητα ή όχι.
Στην Barcelona ο έρωτας μοιάζει με πεδίο μάχης. Ποια είναι, για σένα, η πιο επικίνδυνη μορφή γοητείας;
Θεωρώ πως η πλέον επικίνδυνη μορφή γοητείας ενσαρκώνεται στον άνθρωπο που διαθέτει την ικανότητα να αναγνωρίζει ακριβώς τι θέλεις να ακούσεις και στο προσφέρει, χωρίς όμως να δεσμεύεται στο ελάχιστο. Είναι εκείνη η γοητεία που θολώνει τα όρια ανάμεσα στην πραγματική επιθυμία και την αυταπάτη, οδηγώντας συχνά σε επώδυνες συνέπειες.
Ο Μανουέλ είναι γοητευτικός αλλά και αινιγματικός. Ποιο στοιχείο του χαρακτήρα του σε δυσκόλεψε περισσότερο;
Αυτό που με προβλημάτισε και με δυσκόλεψε περισσότερο στον Μανουέλ είναι η άρνησή του να ζητήσει συγγνώμη. Κι αυτό δεν πηγάζει από μια εγγενή σκληρότητα, αλλά από το γεγονός ότι χρησιμοποιεί την ευφυΐα του ως καταφύγιο και προπέτασμα καπνού. Το να ερμηνεύσεις μια τέτοια πτυχή χωρίς να την κρίνεις ηθικά αποτελεί μια πραγματική υποκριτική πρόκληση.
Αν το Barcelona ήταν καθρέφτης, τι θα έδειχνε;
Αν το έργο λειτουργούσε ως καθρέφτης, θα καθρέφτιζε έναν άνθρωπο που διψά για ουσιαστική επαφή, αλλά ταυτόχρονα τρέμει το κόστος που αυτή συνεπάγεται. Θα έδειχνε μια περσόνα που αναλώνεται σε έναν ακατάσχετο λόγο, προσπαθώντας απεγνωσμένα να αποφύγει την ομολογία εκείνου του ενός πράγματος που την καίει πραγματικά. Στοιχείο αναγνωρίσιμο στις μέρες μας σε σχέσεις προσωπικές, κοινωνικές, αλλά και σε πολλούς ρόλους εξουσίας.
Τελικά, ποιος έχει τον έλεγχο: αυτός που μιλά ή αυτός που σωπαίνει;
Η σιωπή μπορεί να είναι μια επίδειξη δύναμης, αλλά μπορεί κάλλιστα να είναι και μια πράξη φυγής. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τον λόγο. Τα πάντα εξαρτώνται από το κίνητρο και την αιτία πίσω από την επιλογή της σιωπής ή της ομιλίας. Σε μια σχέση ή μια κατάσταση, ο έλεγχος δεν είναι θέμα τεχνικής ή στρατηγικής· είναι, πάνω απ’ όλα, ζήτημα πρόθεσης.
Στην παράστασή μας αυτό το παιχνίδι μεταξύ σιωπής και ελέγχου είναι πολύ έντονο και διαχωρίζει τους χαρακτήρες: Ο Μανουέλ, που ερμηνεύω εγώ, είναι εξαιρετικά λακωνικός, σε αντίθεση με την Ιρέν που παίζει η Ηλιάνα Μαυρομάτη, που εμφανίζεται -ιδιαίτερα στην αρχή- εξαιρετικά, έως και ενοχλητικά φλύαρη. Μέσω της σιωπής ο Μανουέλ θεωρεί ότι εξυπηρετεί το σχέδιό του, όμως τα πράγματα ανατρέπονται ξαφνικά. Και αυτό είναι ένα από τα δυνατά και ταυτόχρονα συγκινητικά σημεία του έργου.
Φοβάσαι περισσότερο την επανάληψη ή την έκθεση;
Μεταξύ των δύο, ο φόβος μου κλίνει ξεκάθαρα προς την επανάληψη. Η έκθεση, παρά την οδύνη που μπορεί να κρύβει, είναι πάντα γόνιμη και γεννά κάτι καινούργιο. Αντίθετα, η επανάληψη ενέχει τον κίνδυνο της λήθης· σε κάνει να χάνεις την επαφή με την αρχική σου ορμή και τον λόγο για τον οποίο ξεκίνησες τη διαδρομή σου.
Σε ποιο βαθμό σε αφορά η πολιτική και η κοινωνική πραγματικότητα μέσα από αυτό που κάνεις;
Η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα με αφορούν στο βαθμό που επηρεάζουν τον άνθρωπο. Πιστεύω ακράδαντα πως κάθε καλλιτεχνική ή προσωπική μας επιλογή αποτελεί στην ουσία της μια πολιτική θέση, ακόμη και στις περιπτώσεις που αυτή δεν δηλώνεται ρητά ή με άμεσο τρόπο.
Νιώθεις ότι ζούμε σε μια εποχή που μας σπρώχνει να πάρουμε θέση;
Ναι, η εποχή μας το απαιτεί, αλλά φοβάμαι πως συχνά αυτό συμβαίνει με έναν επιφανειακό τρόπο. Μας ζητούνται γρήγορες απαντήσεις για ζητήματα εξαιρετικά σύνθετα. Κατά την άποψή μου, όμως, η ουσιαστική τοποθέτηση απέναντι στα πράγματα απαιτεί χρόνο, εσωτερική ζύμωση και, κυρίως, την ετοιμότητα να αναλάβει κανείς το ανάλογο προσωπικό κόστος.
Ποια λέξη ή φράση θα έλεγες ότι σε συνοδεύει αυτή την περίοδο;
Η φράση που κρατώ μέσα μου αυτόν τον καιρό είναι: “Μην βιάζεσαι να καταλάβεις”.
Πηγή: www.news247.gr

























