
Επιτροπή Ανταγωνισμού: To κόλπο με τις «προτεινόμενες» τιμές και τα πρόστιμα 3,1 εκατ. ευρώ για επιβολή τιμών μεταπώλησης
Η ένδειξη «προτεινόμενη» ή «ενδεικτική» τιμή πώλησης χρησιμοποιείται ευρέως στις εμπορικές συμφωνίες διανομής και, σε επίπεδο αρχής, δεν είναι δεσμευτική για τον μεταπωλητή.
Όμως η ένδειξη της προτεινόμενης τιμής δεν είναι πάντα «αθώα». Σε αρκετές περιπτώσεις, κρύβει αντι-ανταγωνιστικές πρακτικές που οδηγούν σε έμμεσο ή άμεσο καθορισμό τιμών μεταπώλησης, μέσω μηχανισμών πίεσης και παρακολούθησης των μεταπωλητών που αποκλίνουν από τις τιμές αυτές. Πρακτικές που, στην πράξη, περιορίζουν τον ανταγωνισμό και τελικά αποβαίνουν σε βάρος του καταναλωτή. Σύμφωνα με τον οδηγό για τον καθορισμό τιμών μεταπώλησης που δημοσίευσε χθες η Επιτροπή Ανταγωνισμού υπάρχουν ουκ ολίγες περιπτώσεις τέτοιων πρακτικών, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τις υποθέσεις που έχουν περάσει από την Ολομέλεια, την τελευταία τριετία και έχουν καταλήξει στην επιβολή προστίμων συνολικού ύψους 3,117 εκατ. ευρώ.
Ενδεικτικές τιμές μόνο όταν είναι προαιρετικές
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού ξεκαθαρίζει ότι ο καθορισμός προτεινόμενης, ενδεικτικής ή ακόμη και μέγιστης τιμής μεταπώλησης δεν είναι καταρχήν απαγορευμένος. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν ο τρόπος εφαρμογής αυτών των τιμών οδηγεί, στην πράξη, σε επιβολή δεσμευτικού επιπέδου τιμολόγησης στους μεταπωλητές. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η «ενδεικτική» τιμή παύει να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς και μετατρέπεται σε εργαλείο περιορισμού του ανταγωνισμού. Σύμφωνα με τον οδηγό της Αρχής, χαρακτηριστικά παραδείγματα αντι-ανταγωνιστικής εφαρμογής αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η προτεινόμενη ή μέγιστη τιμή είναι τόσο χαμηλή ώστε να ισοδυναμεί με ελάχιστη τιμή μεταπώλησης, αλλά και όταν συνδυάζεται με έμμεσους μηχανισμούς συμμόρφωσης. Τέτοιοι μηχανισμοί μπορεί να είναι απειλές για διακοπή συνεργασίας, περιορισμός προμηθειών, οικονομικά κίνητρα ή εκπτώσεις που χορηγούνται μόνο υπό τον όρο τήρησης του τιμοκαταλόγου.
Σύμφωνα με την Επιτροπή η χρήση μηχανισμών παρακολούθησης και αναφοράς τιμών καθαυτή δεν συνιστά καθορισμό τιμών μεταπώλησης. Αυτό που αποτελεί παράβαση είναι η επιβολή τιμών μεταπώλησης βάσει των πληροφοριών που συλλέγονται με τη χρήση των ανωτέρω μηχανισμών. Επίσης, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στην πιθανότητα οι εν λόγω μηχανισμοί να αυξάνουν τη διαφάνεια στην αγορά και εν τέλει να διευκολύνουν τον οριζόντιο καθορισμό τιμών μεταξύ μεταπωλητών.
Πότε εξαιρούνται του κανόνα οι πρακτικές καθορισμού τιμών μεταπώλησης
Στο ερώτημα αν μπορούν οι πρακτικές καθορισμού τιμών μεταπώλησης να εξαιρεθούν από τους κανόνες η Επιτροπή αναφέρει ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, πρακτικές καθορισμού τιμών μεταπώλησης θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν εφόσον οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις τεκμηριώσουν με συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία ότι οι ακολουθούμενες πρακτικές συμβάλλουν στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της καινοτομίας, εφόσον δίκαιο τμήμα του οφέλους που προκύπτει μετακυλίεται στους καταναλωτές, οι πρακτικές δεν επιβάλλουν στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις περιορισμούς μη απαραίτητους για την επίτευξη των στόχων αυτών και δεν παρέχουν τη δυνατότητα κατάργησης του ανταγωνισμού. Ωστόσο, η Επιτροπή Ανταγωνισμού ουδέποτε έχει αποδεχτεί επιχειρήματα περί βελτίωσης της αποτελεσματικότητας για τη δικαιολόγηση πρακτικών καθορισμού τιμών μεταπώλησης. Επιπλέον, τα ακόλουθα επιχειρήματα δεν δικαιολογούν την πρακτική καθορισμού τιμών μεταπώλησης ούτε απαλλάσσουν τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις:
-Η συμβατική ρήτρα καθορισμού τιμών μεταπώλησης μεταξύ προμηθευτή και μεταπωλητή δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην πράξη.
-Ο προμηθευτής ανταποκρίνεται σε πιέσεις ή παράπονα σημαντικών μεταπωλητών πελατών του που διαμαρτύρονται για τις χαμηλές τιμές στο δίκτυο του προμηθευτή.
-Ο μεταπωλητής συμμορφώνεται προς τις υποδείξεις του προμηθευτή λόγω φόβου διακοπής των μεταξύ τους εμπορικών σχέσεων.
-Ο προμηθευτής ή/και ο μεταπωλητής έχουν χαμηλά μερίδια αγοράς.
Οι «καμπάνες» της τελευταίας τριετίας
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι υποθέσεις που κατέληξαν σε κυρώσεις την τελευταία τριετία. Οι αποφάσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι παραπάνω πρακτικές εφαρμόστηκαν στην πράξη, αλλά και το εύρος των προστίμων που επιβλήθηκαν σε επιχειρήσεις από διαφορετικούς κλάδους της αγοράς. Ειδικότερα, με βάση τις ενδεικτικές περιπτώσεις που περιλαμβάνονται στον οδηγό της Επιτροπής Ανταγωνισμού, την τελευταία τριετία καταγράφονται οκτώ αποφάσεις για πρακτικές καθορισμού τιμών μεταπώλησης, εκ των οποίων οι επτά κατέληξαν στην επιβολή προστίμων και μία στην ανάληψη δεσμεύσεων. Στην περίπτωση της Public, η υπόθεση έκλεισε με δέσμευση για την κατάργηση της επίμαχης συμβατικής ρήτρας και τη μη ενσωμάτωσή της σε μελλοντικές συμβάσεις.
Το 2025 εκδόθηκε απόφαση στον κλάδο των δημητριακών και προϊόντων πρωινού, όπου διαπιστώθηκε εφαρμογή στην πράξη ενδεικτικών τιμοκαταλόγων από λιανοπωλητές και αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η συμμόρφωση προέκυπτε από τιμοληψίες που πραγματοποιούσε η εταιρεία ΑΤΛΑΝΤΑ, γεγονός που ερμηνεύθηκε ως σιωπηρή συναίνεση των λιανοπωλητών. Η υπόθεση κατέληξε στην επιβολή προστίμου ύψους 127.314 ευρώ στην εταιρεία.
Το 2024 εκδόθηκαν δύο ακόμη αποφάσεις. Η πρώτη αφορά στον κλάδο των οικιακών ηλεκτρικών συσκευών και ειδών οικιακής χρήσης, όπου η Επιτροπή διαπίστωσε πρακτικές καθορισμού τιμών μεταπώλησης μέσω συστήματος παρακολούθησης τιμών στο δίκτυο διανομής. Στην περίπτωση αυτή επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους 46.160 ευρώ στην εταιρεία Miele Ελλάς.
Η δεύτερη απόφαση του 2024, αφορούσε τις εταιρείες ΣΚΑΡΜΟΥΤΣΟΣ, ΦΑΡΜΕΣ και ΠΕΡΑΜΑΣ, στον κλάδο των βρεφικών ειδών, ειδών διατροφής και παιδικών προϊόντων. Η Επιτροπή έκρινε ότι οι εμπλεκόμενες εταιρείες προέβαιναν σε συστηματική παρακολούθηση των τιμών λιανικής και σε παρεμβάσεις προς τους λιανοπωλητές, ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις τιμές που είχαν οριστεί. Για τις πρακτικές αυτές επιβλήθηκε συνολικό πρόστιμο ύψους 314.389 ευρώ.
Το 2023 εκδόθηκαν δύο αποφάσεις η μία στον κλάδο θηλάστρων και συσκευών αποθήκευσης μητρικού γάλακτος και η δεύτερη στην αγορά συσκευών τηλεπικοινωνιών και τηλεδιασκέψεων που οδήγησε σε πρόστιμο 68.779 ευρώ στην εταιρεία klinikum για την πρώτη περίπτωση και 105.773 ευρώ στις YEALINK NETWORK TECHNOLOGY και ALLWAN στη δεύτερη περίπτωση.
Πίσω από τα πρόστιμα της τελευταίας τριετίας, ωστόσο, βρίσκονται και παλαιότερες υποθέσεις με σαφώς μεγαλύτερο οικονομικό αποτύπωμα. Ενδεικτική είναι η απόφαση που αφορούσε τον κλάδο της μηχανοκίνησης, των εργαλείων χειρός και των εργαλείων κήπου. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού διαπίστωσε τη λειτουργία συστήματος παρακολούθησης των τιμών μεταπώλησης, ιδίως στα ηλεκτρονικά καταστήματα του δικτύου, καθώς και οχλήσεις προς λιανοπωλητές που αποκλίνανε από τις καθορισμένες τιμές, σε συνδυασμό με σύστημα επιβολής ποινών για όσους δεν συμμορφώνονταν με την τιμολογιακή πολιτική των προμηθευτών. Η υπόθεση κατέληξε στην επιβολή προστίμων συνολικού ύψους 1.373.307 ευρώ σε τέσσερις εταιρείες.
Αντίστοιχα, με την απόφαση 798/2022, που αφορούσε τον κλάδο των σχολικών τσαντών, σχολικών ειδών γραφής και κασετινών, επιβλήθηκαν πρόστιμα συνολικού ύψους 453.572 ευρώ σε τρεις επιχειρήσεις.
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η απόφαση 816/2023, που αφορούσε τον κλάδο των παιδικών παιχνιδιών. Και εδώ, η Επιτροπή διαπίστωσε σύστημα παρακολούθησης των τιμών μεταπώλησης, παρεμβάσεις προς το δίκτυο διανομής και οχλήσεις σε περιπτώσεις απόκλισης από τις καθορισμένες τιμές. Για τις πρακτικές αυτές επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους 628.450 ευρώ στην εταιρεία Giochi Preziosi.
Διαβάστε επίσης
Η χρυσή ευκαιρία Καραμούζη- Αντωνοπούλου στη Λατινική Αμερική
EOS Capital: Νέα holding με κεφάλαιο 28 εκατ. ευρώ και πρώτο deal τη Φάρμα Κουκάκη
Πηγή: www.mononews.gr
























