
Με μικρές αλλαγές στα μερίδια των προμηθευτών ρεύματος έκλεισε το 2025
Με μικρή ενίσχυση του μεριδίου των εναλλακτικών παρόχων έκλεισε η λιανική αγορά ρεύματος το 2025, χωρίς ωστόσο να καταγράφονται δομικές αλλαγές στον «συσχετισμό» μεταξύ ιδιωτών και δεσπόζοντα «παίκτη».
Αντίθετα, η μεγάλη εικόνα της αγοράς, όπως εξελίχθηκε σε ετήσια βάση, εκφράζει περισσότερο μια τάση στασιμότητας, παρά μεταβολών, κάτι που αποτυπώνεται και στην διατήρηση ισορροπίας μεταξύ των εταιρειών, με τις όποιες ανακατατάξεις να παρατηρούνται σε μερίδια μικρότερα του 1,5%.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΧΕ, οι εναλλακτικοί προμηθευτές επί του συνόλου εμφανίζουν άνοδο 2,09% στο τέλος του έτους, καλύπτοντας το 50,17% της αγοράς, όταν τον αντίστοιχο μήνα του 2024, το ποσοστό αυτό διαμορφωνόταν στο 48,08%. Συνεπακόλουθα, το μερίδιο της ΔΕΗ υποχώρησε ελαφρώς σε ετήσια βάση στο 49,83%, έναντι 51,92%.
Στην πρώτη 5άδα των εναλλακτικών παρόχων τοποθετούνται κατά σειρά οι Metlen, Ήρων, Enerwave (πρώην Elpedison), NRG και Φυσικό Αέριο, οι οποίοι διατήρησαν σταθερές τις θέσεις τους, καταγράφοντας αυξομειώσεις στα μερίδιά τους εντός της χρονιάς. Κάνοντας «ταμείο» στο τέλος του έτους, κέρδη σημειώνουν οι Metlen (+2,76%) και Enerwave (+0.39%), ενώ απώλειες μετρούν ο Ήρωνας (-1,21%), η NRG (-0,79%) και η Φυσικό Αέριο (-0,08%).
Εν τω μεταξύ, χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο διαμορφώθηκαν τα οικιακά τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας στην Αθήνα τον Δεκέμβριο, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Household Energy Price Index (HEPI), αποτυπώνοντας μια εικόνα σχετικής σταθερότητας και συγκράτησης του κόστους για τα ελληνικά νοικοκυριά.
Ειδικότερα, η μέση τελική τιμή ηλεκτρικού ρεύματος στην Αθήνα ανήλθε στα 24,34 λεπτά ανά κιλοβατώρα, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ-27) διαμορφώθηκε στα 25,73 λεπτά/kWh. Παράλληλα, ο μέσος όρος για το σύνολο των 33 ευρωπαϊκών πρωτευουσών που εξετάζει η έκθεση του HEPI έφτασε τα 24,58 λεπτά/kWh, γεγονός που κατατάσσει την ελληνική πρωτεύουσα οριακά χαμηλότερα και από αυτό το επίπεδο.
Η σύγκριση αναδεικνύει τις έντονες αποκλίσεις που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με την έκθεση, το κόστος ρεύματος για τα νοικοκυριά διαφέρει έως και τέσσερις φορές μεταξύ των πρωτευουσών, με το Βερολίνο και την Κοπεγχάγη να παραμένουν στις ακριβότερες αγορές, ενώ πόλεις της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης καταγράφουν σημαντικά χαμηλότερες τιμές.
Σε μηνιαία βάση, ο Δεκέμβριος χαρακτηρίστηκε από περιορισμένες μεταβολές. Μικρές αυξήσεις καταγράφηκαν σε πέντε πρωτεύουσες – μεταξύ των οποίων η Λισαβόνα, η Μαδρίτη, η Ρώμη και η Βιέννη – κυρίως λόγω ενίσχυσης του ενεργειακού σκέλους των τιμολογίων. Αντίθετα, μειώσεις σημειώθηκαν σε αρκετές βόρειες και δυτικοευρωπαϊκές αγορές, όπως η Στοκχόλμη, το Ελσίνκι, το Άμστερνταμ, οι Βρυξέλλες και το Λονδίνο, αντανακλώντας τις χαμηλότερες χονδρικές τιμές.
Για την Ελλάδα, η τιμή του Δεκεμβρίου παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη σε σχέση με τον Νοέμβριο, στοιχείο που συνάδει με τη γενικότερη ευρωπαϊκή εικόνα σταθεροποίησης. Σε ετήσια βάση, ωστόσο, η έκθεση καταγράφει ότι οι λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας στις πρωτεύουσες της ΕΕ ήταν αυξημένοι κατά περίπου 5% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2024, εξέλιξη που συνδέεται με την ήπια ανοδική πορεία του σχετικού δείκτη από τα μέσα του 2024.
Σύμφωνα με το HEPI, κατά μέσο όρο στην Ευρώπη το ενεργειακό σκέλος αντιστοιχεί περίπου στο 50% της τελικής τιμής του ρεύματος, ενώ το υπόλοιπο κατανέμεται σε χρεώσεις δικτύου, φόρους και ΦΠΑ. Η υποχώρηση του ενεργειακού κόστους σε σχέση με τα χρόνια της ενεργειακής κρίσης λειτουργεί ως βασικός παράγοντας συγκράτησης των τιμών, χωρίς όμως να εξαλείφει τις διαφορές μεταξύ των εθνικών αγορών.
Συνολικά, τα στοιχεία του Δεκεμβρίου δείχνουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά, σε μια περίοδο όπου οι αγορές ενέργειας παραμένουν ευάλωτες σε εξωγενείς παράγοντες αλλά εμφανίζουν σημάδια εξομάλυνσης.
Πηγή: www.news247.gr






















