
Η Άννα Ρεζάν πήγε τον Βελουχιώτη στο Χόλιγουντ
«Αυτοί που γλίτωσαν από το Άουσβιτς, παντρεύτηκαν αυτούς που γλίτωσαν από τη Σμύρνη και έκαναν εμένα».
Συνάντησα την Άννα Ρεζάν, δημιουργό του ντοκιμαντέρ Οι Δικοί Μου Άνθρωποι για το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων, ένα μεσημέρι Πέμπτης στο Παρασκήνιο στην Καλλιδρομίου. Το ντοκιμαντέρ της έρχεται στους κινηματογράφους στις 22 Ιανουαρίου, λίγες ημέρες πριν τη Διεθνή Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος στις 27 Ιανουαρίου.
Είναι ένα από τα νεαρότερα άτομα που έχουν καταπιαστεί σκηνοθετικά με το Ολοκαύτωμα.
«Η μητέρα μου είχε μεγάλο τραύμα», περιγράφει. «Γιατί όταν ήταν 6 χρονών, την πήγε η μαμά της να δει μια έκθεση που είχε γίνει για το Ολοκαύτωμα. Ήταν λάθος και πολύ τραυματικό. Ήταν νωρίς, δεν ήταν η κατάλληλη ηλικία. Αυτό το τραύμα, το οικογενειακό, το δικό μας, θεωρώ ότι επουλώθηκε όταν είδε η μητέρα μου το έργο μου. Γιατί μέχρι τότε δεν μπορούσε να δει κανένα έργο με αυτή τη θεματολογία. Στην αρχή μου έκανε πλάκα, έλεγε “εγώ δεν θα το δω αλλά θα έρθω, θα κάθομαι έξω να καπνίζω”. Το είδε όμως και ήταν και μία πολύ απελευθερωτική εμπειρία. Το θέμα για μένα είναι πώς να μετουσιώσουμε το τραύμα».
Με αφετηρία την αναζήτηση των ιχνών της προγιαγιάς της, Ραχήλ, στο Άουσβιτς, το Οι Δικοί Μου Άνθρωποι επιτυγχάνει στη σύνθεση των πληροφοριών σχετικά με τη μοίρα των διαφορετικών εβραϊκών κοινοτήτων κατά τη διάρκεια της Κατοχής που, ναι μεν διαθέτουμε, αλλά δεν έχουμε φροντίσει ή μεταδώσει επαρκώς θεσμικά. Εδώ οι δεκάδες χιλιάδες Έλληνες Εβραίοι που χάθηκαν δεν αντιμετωπίζονται ως μονόλιθος – η τεράστια πληγή των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, σίγουρα η γνωστότερη όλων, συνυπάρχει με το θαύμα της επιβίωσης των Εβραίων της Ζακύνθου, με την κοινότητα στην Κρήτη, ή με τις απόπειρες διάσωσης, επιτυχημένες και μη, των Εβραίων της Αθήνας.
«Μου ήρθε η ιδέα ότι θέλω να κάνω κάτι για την Ελλάδα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όταν ήμουν έφηβη. Μετά, όταν ήμουν στο εξωτερικό, παρατηρούσα ότι δεν γνώριζαν σχετικά οι άνθρωποι. Γιατί δεν έχουν γίνει όσες ταινίες θα έπρεπε, όσα ντοκιμαντέρ θα έπρεπε. Δεν ήξεραν για τον ρόλο που έπαιξε η Ελλάδα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για το πόσο βοήθησε η Εκκλησία, πόσο καθοριστικός ήταν ο ρόλος της Ελλάδας στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κανείς δεν ήξερε καν ότι υπήρχαν Εβραίοι στην Ελλάδα. Τότε είναι που άρχισα να λέω ότι κάτι πρέπει να γίνει, κάποιος πρέπει να κάνει μια τέτοια ταινία. Κάποια στιγμή μου είπαν άνθρωποι από το περιβάλλον μου “κάν’την εσύ”. Κάπως έτσι συνέδεσα το προσωπικό κομμάτι με την προγιαγιά μου. Το συνέδεσα ως σκηνοθετική προσέγγιση ώστε να καταλάβουμε όλοι αυτό που λέγεται στην ταινία, ότι η ιστορία μου είναι η ιστορία σου».
Χωρίς να έχει εξασφαλίσει χρηματοδότηση από το Κέντρο Κινηματογράφου, η Ρεζάν μαζί με τον συμπαραγωγό της εδώ, Ζαφείρη Χαϊτίδη, ενισχύθηκαν από ιδιωτικές πρωτοβουλίες, και στη συνέχεια από δύο οσκαρικούς παραγωγούς ντοκιμαντέρ – τον Kim Magnusson και τον Mitchell Block. Χρήσιμη για αυτές τις συνεργασίες, ήταν η καριέρα που είχε ήδη χτίσει η Ρεζάν στο εξωτερικό ως ηθοποιός. Έφυγε στα 18 της από την Αθήνα για τις Η.Π.Α., «όπως κάνουν στις ταινίες» και όπως είχε όνειρο από μωρό παιδί.
«[Οι οσκαρικοί παραγωγοί] με γνώριζαν από την εργασία μου ως ηθοποιό. Κάναμε μία συνάντηση σε πολύ χαλαρό κλίμα και τους είπα ότι κάνω αυτό το έργο, ότι έχω να τους δείξω ένα πρώτο cut, και μου είπαν ότι θέλουν να εμπλακούν. Ένα πράγμα που τους άρεσε πολύ ήταν η ηλικία μου, γιατί είναι πολύ διαφορετικό και σπάνιο το να κάνει ένας νέος άνθρωπος κάτι πάνω σε αυτό το θέμα. Αυτό μου έδωσε δύναμη να συνεχίσω, γιατί είχα δυσκολευτεί πάρα πολύ μέχρι εκείνη τη φάση, για πρακτικούς λόγους. Ο Ζαφείρης κι εγώ ήμασταν οι δυο μας στην αρχή. Είχα πολύ μεγάλο βάρος ευθύνης γιατί πρέπει να τιμήσεις, είτε τους ανθρώπους που τους πήρες συνέντευξη, είτε τους ανθρώπους που ήταν οι ήρωες της εθνικής αντίστασης».
«Είναι πολύ σημαντικό ότι επτά άντρες στήριξαν μία γυναίκα να κάνει ένα όνειρό της πραγματικότητας», συμπλήρωσε. «Να μιλάμε και για τα καλά παραδείγματα. Άμα δεν ήταν αυτοί, δεν θα γινόταν τίποτα. Υπάρχει ένας παραλληλισμός: πώς βλέπουμε ότι το ΕΑΜ ή κάποια μέλη της Εκκλησίας έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο να έχουν βοηθήσει άνθρωποι άλλους ανθρώπους και να έχουμε επιζώντες στο Ολοκαύτωμα ή στον πόλεμο; Έτσι και στη δική μου την περίπτωση, άμα δεν ήταν αυτή η ομάδα να στηρίζει, δεν θα γινόταν το έργο».
Ο ρόλος της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας τονίζεται πράγματι ως αποφασιστικός στην απόκρυψη των Εβραίων πολιτών, όπως και η καλή διάθεση των απλών ανθρώπων να προστατεύσουν, όσο το δυνατόν, τους συντοπίτες τους, τους γείτονες, τους φίλους.
«Το λέμε πολλές φορές ελαφρά την καρδία ότι α, πολέμησαν στο μέτωπο, αλλά πρέπει να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτό. Η νίκη του ‘40 είναι η πρώτη μεγάλη νίκη κατά του Άξονα και γι’ αυτό χαίρομαι πάρα πολύ που ακούστηκε σε όλα τα μέρη που έχει πάει η ταινία, από τους κινηματογράφους στην Αυστραλία μέχρι την ειδική αίθουσα όπου κάναμε προβολή για τα μέλη του Κογκρέσου στην Ουάσιγκτον». Της έχουν πει ότι πήγε τον Άρη Βελουχιώτη στο Χόλιγουντ. Η ιδέα την κάνει να χαμογελάει.
«Ήξερα αρκετά, αλλά δεν τα ήξερα όλα», συνεχίζει. «Όταν κάναμε την έρευνα και γράφαμε τα κείμενα, νιώθαμε εθνική υπερηφάνεια. Δεν ήξερα αυτό το συγκλονιστικό πράγμα που έγινε στη μάχη της Κρήτης, ότι ήταν η πρώτη φορά που γινόταν επίθεση από αέρος στη στρατιωτική ιστορία. Η επιστολή του Δαμασκηνού ήταν η μόνη επίσημη επιστολή από θρησκευτικό ηγέτη, την ώρα που το Βατικανό έκανε τα στραβά μάτια και συνεργάστηκε και με τους Ναζί. Έστειλε επιστολή στον Χίτλερ και, όταν του είπαν ότι θα τον τουφεκίσουν, είπε στον Stroop, “τους θρησκευτικούς ηγέτες τους κρεμάνε, θα σας παρακαλέσω να σεβαστείτε το έθιμο”».
Αυτή η εικόνα της αρμονικής, έως τότε, συνύπαρξης, των Ελλήνων Εβραίων με τους υπόλοιπους πολίτες απέχει κατά πολύ από τον σύγχρονο ακραίο αντισημιτισμό και ενισχύεται από τις μαρτυρίες των επιζώντων που συναντούσε η Ρεζάν, σκιαγραφώντας μικρά πορτραίτα για τον καθένα και την καθεμία τους που, ενάντια σε κάθε προσδοκία, κατάφεραν να χτίσουν μία νέα ζωή πάνω στα ερείπια της προηγούμενης.
«Ήταν σα να συναντάς σούπερ ήρωες στην πραγματική ζωή. Δεν είναι ότι πέρασαν από κάτι τέτοιο – είναι ότι το πέρασαν, κατάφεραν να το ξεπεράσουν και να φτιάξουν οικογένειες, να κάνουν παρέες, να κάνουν σχέσεις και να ζήσουν τη ζωή τους έχοντας ζήσει κάτι τέτοιο».
Η εικόνα της στο ντοκιμαντέρ μαζί με τους επιζώντες και τις επιζώσες μοιάζει θερμή και προσωπική, αναρωτιέμαι όμως πόσο δύσκολη πρέπει να της ήταν στην πραγματικότητα.
«Ερχόμουν σε πολύ δύσκολη θέση γιατί άκουγα τι έχει περάσει κάποιος, και δεν ήταν η νοσηρή φαντασία ενός καλλιτέχνη ή ένα θρίλερ. Ήταν αλήθεια. Ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι της διαδικασίας ψυχολογικά. Κουβαλούσα θλίψη για καιρό. Ήταν και η έρευνα όπου βλέπαμε τα βίντεο που πήραμε από το αρχείο του Spielberg – άσχετα με το τι διάλεξα εγώ να βάλω μέσα, γιατί υπάρχει πάρα πολύ υλικό. Όταν έβλεπα τα βίντεο, είχα ασπρίσει. Με έβλεπε ο συγκάτοικός μου στο Λος Άντζελες, που είναι κι αυτός κινηματογραφιστής, και μου έλεγε σταμάτα να βλέπεις, είσαι άσπρη»
Στο ίδιο το Άουσβιτς όπου τη βλέπουμε να περιηγείται στο ντοκιμαντέρ, η συνθήκη μέσα της έγινε ακόμα βαρύτερη.
«Είναι ασύλληπτο αυτό που που αισθάνεσαι εκεί. Γιατί δεν ήταν μόνο τα θύματα, είναι κι ότι σε αυτό το μέρος υπήρξαν κάποιοι από τους χειρότερους ανθρώπους στον κόσμο. Σα να κατοικούσε εκεί το Κακό. Ήταν αυτοί που ήταν και έκαναν αυτά που έκαναν. Ήταν βιομηχανία».
Και φυσικά, όταν δούλευε πάνω στο Οι Δικοί Μου Άνθρωποι μέσα στα χρόνια, δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως το ντοκιμαντέρ θα κυκλοφορούσε μέσα σε κλίμα διάχυτου αντισημιτισμού.
«Ο κόσμος είναι σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Είναι καλό να καταλάβουμε πως, απ’ ό,τι φαίνεται, ο κόσμος είναι συνέχεια σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Είναι καιρός να καταλάβουμε πως πρέπει να κάνουμε εσωτερική δουλειά ο καθένας με τον εαυτό του. Είτε με θεραπεία, είτε με προσευχή, είτε με διαλογισμό, με ό,τι ο καθένας αισθάνεται ότι του ταιριάζει. Να κάνουμε δουλειά μέσα μας, να θεραπεύσουμε τα τραύματά μας και αυτό θα αρχίσει να αντανακλά και προς τα έξω. Αυτό βλέπω εγώ ως πραγματική λύση».
Πιστώνει στην παράλληλη δραστηριότητά της ως ηθοποιός το γεγονός ότι «κράτησε τα λογικά της», σε πρότζεκτ όπως το The Good Wife και το Emily in Paris, ή συνεργασίες της με διεθνείς καλλιτέχνες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Julio Iglesias, ο Paul McCartney, ο Amos Poe και ο Roberto Benigni. Φέτος συμπρωταγωνιστεί με τον Eric Roberts στην τηλεοπτική σειρά Great Kills, ενώ υποδύθηκε και ένα ανθρωποειδές που σώζει τον κόσμο στο sci-fi City Rush 4 στο Amazon Prime.
«Θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει ισορροπία σε έναν άνθρωπο – να ψυχαγωγείται, να διασκεδάζει, να μαθαίνει, να γελάει. Χρειάζεται όλο το πακέτο. Εμένα μου έδινε ισορροπία το γεγονός ότι ταυτόχρονα με τη δημιουργία του έργου, έκανα άλλα πράγματα. Τότε ήταν και η συνεργασία με τον Μίκη Θεοδωράκη στην ταινία του Αστέρη Κούτουλα, το Ταξιδεύοντας με τον Μίκη. Ήταν καταπληκτικό. Πόσο μεγάλη τιμή για μένα! Και τα βράδια μετά από το μοντάζ. ή μετά που έγραφα τα κείμενα, έβλεπα πάρα πολλές κωμωδίες. Τις θεωρώ κάτι που προσφέρει πάρα πολύ στην ανθρωπότητα. Είναι σπουδαίο είδος, ίσως και το αγαπημένο μου».
Αυτό που η ίδια ήθελε να προσφέρει μέσα από το Οι Δικοί Μου Άνθρωποι ήταν να πορευτεί μαζί με το κοινό μέσα από το τραύμα, να περάσει μέσα από μια κάθαρση και να βγούμε όλοι δυνατότεροι. Ευτυχώς το όραμά της προέκυπτε ούτως ή άλλως μέσα από όσα πέτυχαν οι επιζώντες μετά τις φρικαλεότητες που υπέστησαν. Στον επίλογό της, η Ρεζάν μας δεσμεύει σε μία υπόσχεση. Να μην ξεχάσουμε όχι μόνο τι συνέβη στους δικούς της ανθρώπους, αλλά και να ζούμε με πυξίδα την αγάπη.
«Ήθελα από την αρχή να υπάρχει το στοιχείο της κάθαρσης. Νομίζω πως όλα τα έργα πρέπει να πατάνε πάνω στη δομή της αρχαίας τραγωδίας. Δεν ήταν τυχαία φτιαγμένο έτσι το έργο. Αλλιώς θα ήταν σαν να βλέπεις ειδήσεις. Έψαχνα να βρω πώς μπορεί να γίνει αυτό και χαίρομαι πάρα πολύ που η ιστορία από μόνη της μου έδωσε το happy ending. Σίγουρα με απώλειες, αλλά η αντίσταση σε παγκόσμιο επίπεδο νίκησε. Δηλαδή, στο τέλος, όπως λέγαμε και παιδάκια στο σχολείο, οι κακοί τιμωρήθηκαν. Είναι και ωραίο μήνυμα και για τώρα, και για πάντα. Είναι σημαντικό να ξέρουμε πως το κακό δεν μπορεί να κερδίσει. Μπορεί να βλάψει, αλλά δεν πρόκειται ποτέ να κερδίσει».
Πηγή: www.news247.gr

























