
Αμυντική βιομηχανία: Νέα ώθηση στις μετοχές μετά την Βενεζουέλα και την Γροιλανδία
Η αμερικανική επιδρομή στη Βενεζουέλα και οι εντάσεις γύρω από τα σχέδια του Ντόναλντ Τραμπ για τη Γροιλανδία έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα των παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών, δίνοντας νέα ώθηση στο ράλι των ευρωπαϊκών αμυντικών μετοχών.
Ένας δείκτης του Bloomberg για τις ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες έχει εκτοξευθεί κατά 10% από την αρχή του έτους, αποκτώντας περαιτέρω δυναμική μετά τη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο από τον αμερικανικό στρατό το Σαββατοκύριακο.
Η γεωπολιτική βρίσκεται σταθερά στο επίκεντρο της προσοχής των επενδυτών, καθώς ο Τραμπ δεν αποκλείει τη χρήση στρατιωτικής βίας για την απόκτηση της Γροιλανδίας, κλιμακώνοντας μια διαμάχη με τη Δανία, σύμμαχο στο ΝΑΤΟ.
«Λαμβάνοντας ως παράδειγμα το επεισόδιο της Βενεζουέλας, πρόκειται για ένα γεγονός στη Λατινική Αμερική, αλλά στην πραγματικότητα ενισχύει την ιδέα ότι η ασφάλεια των ΗΠΑ μπορεί να γίνει πιο συναλλακτική και πιο μονομερής, ακόμη και απέναντι σε συμμάχους», δήλωσε η Saima Hussain, αναλύτρια της Alphavalue, στο Bloomberg Television. «Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη έχει καταλάβει πως πρέπει να είναι σε θέση να ενεργήσει με ή χωρίς την υποστήριξη των ΗΠΑ».
Ο αμυντικός δείκτης του Bloomberg αυξήθηκε κατά 73% το 2025, καθώς η ώθηση στις κρατικές δαπάνες τροφοδότησε το ράλι των μετοχών. Ο κλάδος έχει εξελιχθεί γρήγορα σε βασικό πυλώνα της συνολικής αγοράς, συνεισφέροντας περίπου το 12% των αποδόσεων του Stoxx Europe 600 πέρυσι, τη μεγαλύτερη συμβολή μετά τις τράπεζες.
Η αμερικανική παρέμβαση στη Βενεζουέλα «μετρά ως ένα ακόμη σημείο δεδομένων σε έναν πιο παρεμβατικό και λιγότερο προβλέψιμο κόσμο», δήλωσε η Aneeka Gupta, διευθύντρια μακροοικονομικής έρευνας της WisdomTree.
Οι ευρωπαϊκές στρατιωτικές δαπάνες είναι πιθανό να παραμείνουν αυξημένες για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και οι επενδυτές θα είναι πιο πρόθυμοι να βλέπουν την άμυνα ως ένα διαρθρωτικό θέμα και όχι ως κυκλικό, πρόσθεσε.
Για τους εργολάβους της αμυντικής βιομηχανίας στην περιοχή, το όφελος είναι πιθανό να προέλθει από τους εθνικούς προϋπολογισμούς και τις κυβερνητικές προτεραιότητες, είπε η Gupta. «Επεισόδια όπως αυτό της Βενεζουέλας τείνουν να σκληραίνουν την πολιτική βούληση για την επίτευξη ή και υπέρβαση του στόχου του ΝΑΤΟ για δαπάνες 2% του ΑΕΠ, την αναπλήρωση πυρομαχικών, τις επενδύσεις σε αεροπορική και ναυτική ισχύ και την αναβάθμιση των δυνατοτήτων επιτήρησης και κυβερνοασφάλειας. Αυτοί είναι ακριβώς οι τομείς στους οποίους εξειδικεύονται πολλές ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες».
Στα τέλη Δεκεμβρίου, η Γερμανία ξεκίνησε ένα πακέτο δαπανών περίπου 50 δισ. ευρώ (58,4 δισ. δολάρια) για τεθωρακισμένα οχήματα, πυραύλους αντιαεροπορικής άμυνας και δορυφόρους, καθώς η χώρα στοχεύει να επιτύχει τη δέσμευσή της στο ΝΑΤΟ έξι χρόνια νωρίτερα, το 2029. Μια δέσμευση πέρυσι από τις περισσότερες χώρες της στρατιωτικής συμμαχίας να επιτύχουν νέο στόχο δαπανών 3,5% του ΑΕΠ για την κύρια άμυνα, ήρθε την ώρα που ο Τραμπ έδειχνε απροθυμία να συνεχίσει τη χρηματοδότηση του ευρωπαϊκού στρατιωτικού κόστους.
Οι στρατηγικοί αναλυτές της Goldman Sachs, μεταξύ των οποίων και η Sharon Bell, εμφανίζονται αισιόδοξοι για τις ευρωπαϊκές αμυντικές μετοχές, εκτιμώντας ότι οι δημοσιονομικές και στρατιωτικές δεσμεύσεις δαπανών θα συνεχίσουν να οδηγούν στην αύξηση της κερδοφορίας.
Ανάλυση του Bloomberg δείχνει ότι ο ευρύτερος ευρωπαϊκός κλάδος αεροδιαστημικής και άμυνας διαπραγματεύεται με έκπτωση σε σχέση με τον αντίστοιχο αμερικανικό, βάσει των προθεσμιακών δεικτών τιμής προς κέρδη.
Παρόλα αυτά, το ανανεωμένο επενδυτικό ενδιαφέρον για την άμυνα έχει ωθήσει τις αποτιμήσεις ξανά σε ακριβά επίπεδα σε σχέση με την υπόλοιπη ευρωπαϊκή αγορά.
Οι υψηλές προσδοκίες για αύξηση κερδών αποτελούν κίνδυνο που ήδη φάνηκε πέρυσι, επιβραδύνοντας το ράλι στο δεύτερο εξάμηνο. Παράλληλα, μια κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία θα μπορούσε επίσης να μετριάσει το κλίμα, τουλάχιστον προσωρινά.
Η Ana Andrade της Bloomberg Economics σημείωσε ότι οι πέντε μεγαλύτερες οικονομίες της περιοχής είναι πιθανό να υπολείπονται του στόχου αμυντικών δαπανών λόγω δημοσιονομικών πιέσεων. Η Γερμανία, χάρη στα χαμηλότερα επίπεδα χρέους της, βρίσκεται στην καλύτερη θέση για να ηγηθεί της στρατιωτικής ενίσχυσης.
Ωστόσο, με το ίδιο το ΝΑΤΟ να βρίσκεται υπό πίεση εξαιτίας των δύσκολων ερωτημάτων γύρω από τις προθέσεις του Τραμπ για τη Γροιλανδία, ο κλάδος ξεκίνησε τη νέα χρονιά με άνοδο. Η Saab έγινε τη Δευτέρα η πρώτη από αυτές τις εταιρείες που κατέγραψε ιστορικό υψηλό το 2026, παρά τις προειδοποιήσεις των χρηματιστηριακών οίκων πέρυσι ότι η υψηλή τιμή δεν άφηνε περιθώρια για λάθη.
Η γερμανική Rheinmetall AG παραμένει η κορυφαία επιλογή μεταξύ των αναλυτών.
Οι αναλυτές της Bernstein, με επικεφαλής τον Adrien Rabier, συνέστησαν επιλεκτική στάση και εστίαση σε τοπικούς «πρωταθλητές» που θα επωφεληθούν από τα κυβερνητικά σχέδια δαπανών.
Αμφιβάλλουν ότι θα υπάρξει σύντομα κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, αν και οι επενδυτές θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι να βλέπουν τις αμυντικές μετοχές να κινούνται με βάση τις ειδήσεις για ειρηνευτικές προσπάθειες.
«Είτε υπάρξει κατάπαυση του πυρός είτε όχι, οι δαπάνες πρέπει να γίνουν», έγραψε η ομάδα της Bernstein σε σημείωμά της αυτή την εβδομάδα. «Τα θεμελιώδη μεγέθη θα τροφοδοτηθούν από πλούσια ανεκτέλεστα υπόλοιπα παραγγελιών και αυξανόμενους προϋπολογισμούς. Το 2026, προβλέπουμε ότι η αύξηση των εσόδων θα παραμένει εξίσου ισχυρή όπως το 2025 για τις εταιρείες μεγάλης κεφαλαιοποίησης». Εκτιμάται αύξηση εσόδων κατά 9%, με τις πωλήσεις της Rheinmetall να ανεβαίνουν κατά 40%. «Βλέπουμε το μεγαλύτερο περιθώριο για αναβαθμίσεις στη Rheinmetall, τη Thales και τη Leonardo».
Διαβάστε επίσης:
Eurostat: Στο 2,9% ο εγχώριος πληθωρισμός, στο 2% στη ευρωζώνη
Πηγή: www.mononews.gr























