
Αργύρης Ξάφης: “Ο Ιβάνοφ σε εκθέτει”
Eίναι ένας από τους πιο καλούς και πολυσύνθετους ηθοποιούς της γενιάς του. Με τη μοναδική του υποκριτική ικανότητα, η οποία συνδυάζει δύναμη και ευαισθησία, έχει δώσει σπουδαίες ερμηνείες σε έργα μεγάλων συγγραφέων από την αρχαιότητα μέχρι το σύγχρονο ρεπερτόριο. Ο Αργύρης Ξάφης είναι εκείνος ο τύπος του ηθοποιού που προτιμά να εργάζεται με βάθος και επικεντρώνεται στην ουσία του κάθε ρόλου.
Οι ερμηνείες του χαρακτηρίζονται από μια ιδιόμορφη ένταση που απορρέει από την αφοσίωσή του, αλλά και την προσωπική του ανάγκη να κατανοήσει και να εκφράσει τις πιο δύσκολες και σκοτεινές πτυχές των χαρακτήρων που υποδύεται.
Αυτή τη φορά, ο Αργύρης Ξάφης επιστρέφει στο θέατρο, πρωταγωνιστώντας στην παράσταση “Ιβάνοφ” του Τσέχωφ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά. Ο Ιβάνοφ, ένας άνθρωπος που παλεύει να βρει την ταυτότητά του, είναι γεμάτος αντιφάσεις και είναι για τον ίδιο μια πρόκληση που απαιτεί πλήρη αφοσίωση. Το έργο αυτό του Τσέχωφ, γεμάτο μελαγχολία και εσωτερική σύγκρουση, αλλά και κοινωνική κριτική, αντικατοπτρίζει απόλυτα την σύγχρονη πραγματικότητα, με τον Ιβάνοφ να εμφανίζεται ως ένας άνθρωπος παγιδευμένος ανάμεσα στο παρελθόν του και στις προσδοκίες του μέλλοντος του.
Ιβάνοφ. Ένας ρόλος γεμάτος αντιφάσεις. Τι είναι αυτό που τον καθιστά τόσο ενδιαφέροντα, δύσκολο και προκλητικό για σένα;
Ο Ιβάνοφ είναι σαν άνθρωπος που έχει ξεμείνει “ανάμεσα”: ανάμεσα σε αυτό που ήταν, σε αυτό που θα ήθελε να γίνει, και σε αυτό που τελικά του επιτρέπεται να υπάρξει. Αυτό τον κάνει συναρπαστικό, αλλά και τρομερά απαιτητικό. Γιατί δεν μπορείς να τον παίξεις με μία λέξη—ούτε “αδύναμος”, ούτε “κυνικός”, ούτε “καταθλιπτικός”.
Είναι ένας άνθρωπος με ένα τεράστιο εσωτερικό μέτωπο ανοιχτό. Η πρόκληση για μένα είναι να μη δικαιολογήσω τίποτα εύκολα και να μην τον “χαϊδέψω”. Να κρατήσω ζωντανή την αντίφαση: την ευφυΐα μαζί με την παραίτηση, την ανάγκη για αγάπη μαζί με την αδυναμία να τη δεχτεί, τη δίψα για ζωή μαζί με τη φθορά που τον τραβάει κάτω. Και γι’ αυτό νιώθω και περηφάνια και αγωνία για τη συνάντησή του με το κοινό: γιατί ο Ιβάνοφ σε εκθέτει.
Πώς τον προσεγγίζεις υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Γιάννη Χουβαρδά;
Με τον Γιάννη Χουβαρδά υπάρχει πάντα μια καθαρότητα: δεν σου επιτρέπει να “παίξεις” την ιδέα του ρόλου—σε οδηγεί να χτίσεις τις συνθήκες που τον γεννούν. Η προσέγγιση είναι χειρουργική και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινη. Δουλεύουμε πολύ πάνω στον ρυθμό της σκέψης, στην ακρίβεια της παύσης, στο τι δεν λέγεται.
Κάθε στιγμή πρέπει να είναι απολύτως συγκεκριμένη, όχι “ατμόσφαιρα”. Και αυτό για τον Ιβάνοφ είναι σωτήριο: γιατί η αλήθεια του κρύβεται στις μικρές μετατοπίσεις—στην απότομη αλλαγή θερμοκρασίας, σε μια φράση που βγαίνει πιο σκληρή απ’ όσο θα ήθελε, σε ένα βλέμμα που προλαβαίνει να ζητήσει βοήθεια πριν κλείσει ξανά. Με βοηθάει να αποφεύγω τις εύκολες ή προφανείς λύσεις.
«Μη θρηνείς» είναι μια φράση που άκουσα συχνά στις πρόβες. Με καθόρισε αν και ακόμα παλεύω με την αίσθηση του οριστικού χαμού -ανθρώπων, νιάτων, ευτυχίας- που προφανώς βιώνει ο ήρωας. Που όμως, τραγικά, δεν είναι αυτό που τον καθορίζει τελικά. Μάχεται με την ίδια του την ύπαρξη, με τον αναγκαιότητα της ύπαρξής του.
Ποιες πτυχές του Ιβάνοφ θεωρείς ότι αντικατοπτρίζουν την κοινωνία μας σήμερα;
Το αίσθημα του “περιττού ανθρώπου” είναι τρομακτικά σύγχρονο. Ζούμε σε μια κοινωνία που σε σπρώχνει να φαίνεσαι λειτουργικός, θετικός, παραγωγικός—κι αν δεν είσαι, νιώθεις ότι δεν έχεις δικαίωμα να υπάρξεις. Ο Ιβάνοφ παλεύει τιτάνια με τον εαυτό του για να υπάρξει σαν κάτι περισσότερο, μέσα σε μια βαθιά υποκριτική κοινωνία έτοιμη να προσπερνάει ζωές και ανθρώπους. Και παράλληλα, η κοινωνία γύρω του έχει μια βιασύνη να τον κατατάξει: “τεμπέλης”, “παράξενος”, “αχάριστος”. Αυτό το βλέπουμε παντού σήμερα: αντί να ακούσουμε, να σταθούμε, να αντέξουμε την πολυπλοκότητα του άλλου, βγάζουμε διάγνωση και προχωράμε.
Πώς ερμηνεύεις την απάθεια και τη μελαγχολία του Ιβάνoφ; Νεύρωση, κοινωνικές πιέσεις ή ατομική αδυναμία;
Θα έλεγα: όλα μαζί, αλλά όχι ως “απολογία”. Η απάθειά του δεν είναι τεμπελιά· είναι άμυνα. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος έχει κουραστεί να προσποιείται ότι όλα είναι εντάξει—και δεν βρίσκει πια ούτε τη δύναμη να συνεχίσει το ψέμα, ούτε το περιβάλλον που θα αντέξει την αλήθεια του. Ναι, υπάρχουν κοινωνικές πιέσεις: οι ρόλοι, οι συμβάσεις, η οικονομική και ηθική ασφυξία. Ναι, υπάρχει και προσωπική ευθύνη: οι επιλογές του, οι σκληρότητές του, οι παραλείψεις του. Αλλά η καρδιά του Ιβάνοφ, για μένα, είναι αυτή η τιτάνια εσωτερική μάχη να μην καταλήξει “περιττός”. Κι όταν δεν νικάει, η μελαγχολία παίρνει τη θέση της δράσης.
Πιστεύεις πως τελικά βαριούνται οι ήρωες του Τσέχωφ;
Δεν βαριούνται όπως το λέμε καθημερινά. Αυτό που μοιάζει με βαρεμάρα είναι συχνά υπαρξιακή εξάντληση. Είναι άνθρωποι που βλέπουν καθαρά—ίσως πιο καθαρά απ’ όσο αντέχεται—τη ζωή που ζουν και τη ζωή που θα ήθελαν, και συνθλίβονται από την απόσταση. Ο Τσέχωφ δεν γράφει “ανενεργούς” ανθρώπους· γράφει ανθρώπους που θέλουν, αλλά κάτι μέσα τους και γύρω τους τους παγώνει. Η αδράνεια είναι τραγωδία, όχι νωθρότητα.
Πώς νιώθεις πως συμβάλλει η μουσική του Blaine Reininger στην παράσταση αυτή;
Η μουσική εδώ δεν είναι “σχόλιο” από πάνω, είναι σαν ένα υπόγειο νευρικό σύστημα της παράστασης. Δημιουργεί έναν εσωτερικό παλμό, μια ένταση που δεν χρειάζεται να δηλωθεί με λόγια. Για τον Ιβάνοφ ειδικά, λειτουργεί σαν ηχώ του ανείπωτου: σαν να ακούς αυτό που δεν μπορεί να εκφράσει, ή αυτό που προσπαθεί με λύσσα να κρύψει. Και ταυτόχρονα δίνει μια σύγχρονη νεύρωση στον κόσμο του έργου—σαν να μας λέει ότι αυτή η ιστορία δεν είναι “παλιά”, είναι τώρα.
Σε εξέπληξε κάπως το έργο αυτό σε αυτή του την προσέγγιση; Υπήρξε κάποια πτυχή εξόχως αποκαλυπτική;
Ναι—με εξέπληξε το πόσο “ανελέητα τρυφερό” μπορεί να γίνει. Όσο το δουλεύεις, καταλαβαίνεις ότι δεν πρόκειται για ένα έργο όπου οι άνθρωποι απλώς αυτοκαταστρέφονται. Είναι ένα έργο για την αδυναμία μας να σταθούμε δίπλα στον άλλον χωρίς να τον χρησιμοποιήσουμε, χωρίς να τον κρίνουμε, χωρίς να του ζητήσουμε να μας βολέψει. Η αποκαλυπτική πτυχή για μένα ήταν ότι ο Ιβάνοφ δεν ζητάει λύτρωση—ζητάει αλήθεια. Και αυτό είναι πιο επικίνδυνο. Γιατί η αλήθεια έχει κόστος, και στο έργο αυτό το κόστος το πληρώνουν όλοι.
Πηγή: www.news247.gr
























